- καλλώπισμα
- καλλώπισμαornamentneut nom/voc/acc sg
Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.
Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.
καλλώπισμα — το (AM καλλώπισμα) [καλλωπίζω] το μέσο με το οποίο κάποιος καλλωπίζεται ή καλλωπίζει μσν. αρχ. το μέσο με το οποίο υπερηφανεύεται κάποιος αρχ. 1. η προσποίηση («τὰ δὲ ἄλλα ταῡτ ἐστὶ τὰ καλλωπίσματα, τὰ παρὰ φύσιν συνθήματα ἀνθρώπων, φλυαρία καὶ… … Dictionary of Greek
καλλωπισμάτων — καλλώπισμα ornament neut gen pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
καλλωπίσμασι — καλλώπισμα ornament neut dat pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
καλλωπίσμασιν — καλλώπισμα ornament neut dat pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
καλλωπίσματα — καλλώπισμα ornament neut nom/voc/acc pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
καλλωπίσματι — καλλώπισμα ornament neut dat sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
καλλωπίσματος — καλλώπισμα ornament neut gen sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
κόμμωμα — κόμμωμα, τὸ (Α) [κομμώ (II)] καλλώπισμα, διακόσμηση … Dictionary of Greek
ωράισμα — ίσματος, το / ὡράϊσμα, ΝΜΑ [ὡραΐζω] καθετί που εξωραΐζει, καλλώπισμα, στόλισμα … Dictionary of Greek
ДАМИАН ВАТОПЕДСКИЙ — [греч. Ϫαμιανὸς Βατοπεδινός], иером., греч. мелург (нач. 3 й четв. XVII сер. 1 й четв. XVIII в.). Ссылки на муз. произведения Д. В. и их подборки встречаются во мн. греч. певч. рукописях поствизант. периода, гл. обр. кон. XVII в. и более поздних … Православная энциклопедия